Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟΙ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ...ΝΑ ΓΙΑΤΙ ΠΑΧΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΟΛΙΓΑΡΧΕΣ!








Και η Ανάσταση θα αργήσει να ελθει ω,  ρε Ραγιάδες! 

ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΚΑΕΙ... 
   Ο ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ ΔΙΕΚΤΡΑΓΩΔΕΙ - ΖΩΓΡΑΦΙΖΕΙ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΑΤΑΝΤΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΥΠΟ ΤΗΝ ΜΠΟΤΑ ΤΩΝ ΔΑΝΕΙΣΤΩΝ. 


- Ελα δω, ραγιά, που σε διατάζω. 
- Και ποιος είσαι του λόγου σου, που λες ραγιά. Ελα συ εδώ. 
- Κύριός σου είμαι. Ομολογιούχος. Πέσε! 
- Και για ποιόνε με πήρες; Για Ελληνικό Κράτος; 
- Πού το βρήκες το Ελληνικό Κράτος; Εμείς οι ξένοι είμαστε κράτος. 
Κράτη εν κράτει, ομολογιούχοι, Ούλεν, Πάουερ, διομολογήσεις, ετεροδικίες, "σύμβουλοι"... 
- Κι από μένα τι ζητάς; 
- Να πλερώσεις! 
- Τι να πλερώσω; Δεν ξέρω τίποτα. 
- Ξέραν οι πρόγονοί σου πριν από εκατόν τριάντα χρόνια... Εθνικοί άνδρες ήσαν, εθνικά δάνεια κάνανε χάρις σ' εμάς τους... φιλέλληνες! 
- Ποια δάνεια; Τα πλερώσαμε δέκα φορές ως τώρα. Μας χρεώνατε χίλιες λίρες και μας δίνατε στο χέρι εκατό. Οχι μονάχα μια φορά. Πάντα! Τρεις το λάδι τρεις το ξύδι κι έξι το λαδόξυδο. Η προμήθεια, τ' ασφάλιστρα, τα χρεώλυτρα, οι μεσιτείες, οι προκαταβολές των τόκων τρώγανε τη μάννα. Μ' αυτά τα πρώτα δυό "εθνικά δάνεια" φέρατε την Ελλάδα στα "πρόθυρα της καταστροφής". 
- Δε σηκώνω κουβέντες. Πλέρωσε και βιάζομαι... 
- Να κάνεις τι; 
- Αμ' το ξέρεις από άλλοτες και συ κι οι όμοιοί σου... Η τιμή είναι ανώτερη από κάθε αδυναμία... Μπορείς δε μπορείς, πρέπει να μείνεις τίμιος... Υπόγραψες, νεαρέ μου, και θα τα "κυλίσεις"! 
- Και το αίμα που εμείς χύσαμε για σας; Είναι φτηνότερο από το δικό σας το χρυσάφι, που δε μας το δίνατε κιόλας; Για τη δικιά σας την αυτοκρατορία και τα δικά σας τα πετρέλαια και για τα δικά σας τα κεφάλαια χύσαμε το αίμα μας, στην Ουκρανία, στη Μικρά Ασία, στην Αφρική... Και στον τόπο μας! Τι ζητάτε τώρα από τους πεθαμένους; 
- Πλέρωσε! 
- Δεν έχω! 
- Εχεις και παραέχεις. Οταν μπορείς να πετάς τα λεφτά σου από το παράθυρο, θα πει πως έχεις! 
- Δε μούμεινε λάδι. 
- Θα σφίξουμε λιγάκι το μάγγανο και θα βγάλεις. Θα βγάζεις, όσο και να σε στίβουμε. Κι όσο περισσότερο σε στίβουμε και βγάζεις, τόσο περισσότερο γίνεσαι άγγελος της ελευθερίας, διότι δεν σου μένει... κουκούτσι να νογάς τι σου γίνεται και τι σου μέλλεται... 
- "Ουκ, αν λάβεις παρά του μη έχοντος". 
- Θ' αγοράζεις ψωμί και θα το τρώω εγώ με τους εμμέσους φόρους. Πού θα μου πας; Και άκουσ' εδώ ένα πράγμα. Αν δεν βάζαμ' εμείς όλα μας τα δυνατά η δικιά σας η ολιγαρχία θα είχε εξαφανιστεί. Αυτή μας χρωστάει και την ύπαρξή σου! 
- Τη δικιά μου; 
- Και βέβαια! Από σένα θα πάρει για να δώσει σ' εμάς. Η μια ολιγαρχία στην άλλη... Ετσι γίνεται πάντα. Οι λαοί δίνουν και το αίμα και το χρήμα κι οι ολιγαρχίες παχαίνουν... 
- Φεύγεις ή δε φεύγεις; 
- Κουτέ. Οσο μακρύτερα φύγω, τόσο περισσότερο θα τρέχεις για να με πλερώσεις. Δούλε!...









ΦΩΤΟ: 1911: Ο Κ. Βάρναλης δάσκαλος της Γ΄ Τάξης Ελληνικών στα Μέγαρα >>>>>>>
από το http://varnaliskostas.blogspot.com/
Υπάρχει όπως βλέπετε και ιστοσελίδα προς τιμή του μεγάλου επαναστάτη ποιητή!






ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ 

Κώστας Βάρναλης 
Κώστας Βάρναλης, ποιητής, πεζογράφος, κριτικός και μεταφραστής, γεννήθηκε στον Πύργο της Βουλγαρίας το 1884 και πέθανε στην Αθήνα το 1974. Σπούδασε κλασική φιλολογία στην Αθήνα και από το 1908 ως το 1918 εργάστηκε ως εκπαιδευτικός στη Μέση Εκπαίδευση. Στα φοιτητικά του χρόνια πήρε ενεργό μέρος στη διαμάχη για το γλωσσικό ζήτημα και παράλληλα άρχισε να ασχολείται με την ποίηση, εκδίδοντας την πρώτη ποιητική συλλογή του, Κηρήθρες, το 1905. Το 1919 πήγε με υποτροφία στο Παρίσι, όπου σπούδασε φιλολογία και αισθητική. Κατά την εκεί παραμονή του ήρθε σε επαφή με τα σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα, συμμετείχε στις ιδεολογικές ζυμώσεις και αναζητήσεις της μεταπολεμικής εποχής και μυήθηκε στον διαλεκτικό υλισμό και στη μαρξιστική ιδεολογία. Το 1920 ανακλήθηκε η υποτροφία του, η οποία του ξαναδόθηκε το 1923, γεγονός που του επέτρεψε να πάει και πάλι στο Παρίσι. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα το 1924, ανέλαβε να διδάξει νεοελληνική φιλολογία στην Παιδαγωγική Ακαδημία, με διευθυντή το Δημήτρη Γληνό. Εξαιτίας της ιδεολογικής του τοποθέτησης αλλά και των έργων του (Το φως που καίει και Ο λαός των μουνούχων, 1922 και 1923 αντίστοιχα) του επιβλήθηκε εξάμηνη παύση και αργότερα, το 1926, οριστική απόλυση και αποκλεισμός από κάθε δημόσια θέση. Έφυγε και πάλι για το Παρίσι, όπου έμεινε ένα μικρό διάστημα, και επιστρέφοντας εργάστηκε για λόγους βιοποριστικούς στη σύνταξη εγκυκλοπαιδικών λεξικών και συνεργάστηκε με εφημερίδες και περιοδικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: